Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Η ΣΙΡΡΙΣ ή ΣΙΡΡΗ- ΟΙ ΣΙΡΡΟΙ ΚΑΙ ΑΙ ΣΕΡΡΑΙ
 Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΗΣ
                                                                                                     Γράφει ο Νικ. Π. Σκαρλάτος

Οι γραπτές πηγές, για την περιοχή του παραστρυμόνιου χώρου είναι ελάχιστες, αλλά και η αξιοπιστία αυτών που υπάρχουν, δεν έχει επιβεβαιωθεί επαρκώς από την ανασκαφική έρευνα, η οποία βρίσκεται ακόμη σε νηπιακό στάδιο. Οι ενδείξεις της αρχαιολογίας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, πριν από 50.000 χρόνια, οι σύγχρονης διάπλασης ανθρώπινοι πληθυσμοί επεκτάθηκαν ταχύτερα στον κόσμο και αναπτύχθηκαν έτσι, οι πιο σύνθετης νόησης κοινωνίες, οι οποίες, με την απόκτηση δεξιοτήτων, εξελίχθηκαν και διευρύνθηκαν σταθερά. Σε κάποιες περιοχές βρέθηκαν πρωτόγονα ελαφρά όπλα με αρθρωτά μέρη, κυρίως δόρατα με κατεργασμένες λίθινες αιχμές προσαρτημένες στο ξύλινο στέλεχος ή τη λαβή. Έχουν βρεθεί ακόμη, σε οικισμούς χωροταξικά οργανωμένους, καταφύγια για το ψύχος, υπόγειοι χώροι για την αποθήκευση τροφίμων, αλλά και ίχνη από υφάσματα και κάνιστρα. Την περίοδο αυτή επίσης, σημειώνεται θεαματική ανάπτυξη των εμπορικών δικτύων και αρχίζει η ανταλλαγή πρώτων υλών, ιδίως πέτρας, η οποία μεταφέρονταν αρχικά σε ακτίνα μικρότερη των 75 χιλιομέτρων, ενώ αργότερα η μεταφορά αρχίζει σταδιακά να επεκτείνεται και σε αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων.

Κατά τον αρχαιολόγο και ερευνητή, R.F. Hoddinott, νεολιθικοί αγρότες από την Εγγύς Ανατολή φτάνοντας με τα πόδια στις ακτές του Μαρμαρά, προωθήθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην Καρπαθοβαλκάνια περιοχή κατά το τέλος της έβδομης μέχρι την έκτη χιλιετία. Μετακινούμενοι πιθανόν και δια θαλάσσης, εγκαταστάθηκαν στη βόρεια και στη βορειοδυτική ακτή του Αιγαίου, λόγω των νέων δυνατοτήτων, που τους προσέφεραν οι εύφορες πεδινές εκτάσεις της νοτιοανατολικής Ευρώπης κατά την περίοδο του μεταπαγετώδους Ατλαντικού κλίματος.

Οι νεοφερμένοι αυτοί έμπειροι αγρότες, με ώριμη κοινωνική δομή, εξαπλώθηκαν κατά μήκος της βόρειας ακτής του Αιγαίου και στην Ανατολικά του Στρυμόνα περιοχή μέχρι τη Θεσσαλία, στη Θρακική πεδιάδα, στην ορεινή περιοχή της Σαρδικής (Σόφιας), στις κοιλάδες του Βαρδάρη και του Μοράβα, στην κοιλάδα του κάτω Δούναβη, στην Τρανσυλβανία και βόρεια του Δέλτα του Δούναβη. Οι διάφοροι αυτοί πρώιμοι πολιτισμοί είχαν τη δική τους ταυτότητα σε κάθε εδαφικό διαμέρισμα, αλλά διατήρησαν ως βάση τις αγροτικές τους οικονομίες, τις κοινωνικές τους οργανώσεις, τις τέχνες και τις ανθρωπομορφικές τους λατρείες, στις οποίες τονίζονταν έντονα η γονιμότητα. Ήδη, από το 1800 π.Χ, το κράτος της Ανατολίας ήλεγχε τον Ελλήσποντο, αλλά τα σύνορά του ήταν πιθανόν μεταβαλλόμενα και άγνωστα. Ο J.G. Macqueen (1968), υποστήριξε ότι στην περιοχή του Ελλησπόντου βρίσκονταν το ανεξάρτητο βασίλειο της Αχιγιάβας με πρωτεύουσα την Τροία, το οποίο ήταν φιλικό προς την Αυτοκρατορία των Χετταίων.

Κατά τους ιστορικούς και γεωγράφους, η Σίρρις και η Κοττούσα, που τοποθετείται από το Γερμανό ιστορικό και γεωγράφο Ερρίκο Κίππερτ στην περιοχή του Σιδηροκάστρου, όπου βρέθηκε πρόσφατα και ιερό του Απόλλωνα, της Αρτέμιδος και του Πάνα όπως μαρτυρούν οι κορμοί των ευρεθέντων αγαλμάτων,  ήσαν οι δύο σημαντικές πόλεις της Παιονίας και της Οδομαντικής Ηδωνίδος της Θράκης. Οι Οδόμαντες όμως ήσαν και αυτοί Παίονες, οι οποίοι κατά τους Ομηρικούς χρόνους (12ος π.Χ αι.) αναφέρεται από τον Όμηρο ότι, βοήθησαν τους Τρώες να υπερασπιστούν την πόλη τους, αλλά δεν είναι γνωστό, αν ήταν Πελαγόνες, Ιλλυριοί, Θράκες ή άλλο φύλο.   Πως όμως επικράτησε το όνομα Σέρρες, το οποίο φέρει η σημερινή πόλη των Σερρών;

Σε ιδιαίτερα εύφορες περιοχές, πολλοί οικισμοί διατηρήθηκαν στις ίδιες τοποθεσίες, οικοδομημένοι σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, πάνω σε αλλεπάλληλα στρώματα ερειπίων, που υψώνονταν ως τεχνητοί λοφίσκοι (τέλ). Οι λόφοι αυτοί μαρτυρούν συνεχή κατοίκηση κατά τη διάρκεια δύο και πλέον χιλιετιών της νεολιθικής και χαλκολιθικής περιόδου, φθάνοντας ακόμη μέχρι και την εποχή του χαλκού. Ο παραδοσιακός επίσης τρόπος ζωής των πρώτων αυτών κατοίκων, φαίνεται να συνδέθηκε με τη λατρεία κερασφόρων ζώων, κυρίως βοοειδών, αλλά και προβάτων, που συμβολίζονταν συνήθως με τα κέρατά τους, ενώ στην ύστερη χαλκολιθική εποχή, κέρατα και ηλιακά σύμβολα εμφανίζονται μαζί.

Ο Ηρόδοτος στο Ε΄ βιβλίο 15, αποκαλεί την Σίρη πρωτεύουσα των Σιροπαιόνων και την τοποθετεί στην πεδιάδα βόρεια της Κερκινίτιδας λίμνης (λίμνης Αχινού). Σε άλλο βιβλίο του (Η΄ 115), κάνοντας αναφορά στην ήττα του Ξέρξη, ονομάζει την πόλη Σίρι της Παιονίης. «…..Ξέρξης δε Μαρδόνιον εν Θετταλίη καταλιπών αυτός επορεύετο κατά τάχος ες τον Ελλήσποντον και απικνέεται ες τον πόρον της διαβάσιος εν πέντε και τεσσαράκοντα ημέρησι απάγων της στρατιής ουδέν μέρος ως ειπείν. Όκου δε πορευόμενοι γινοίατο και κατ’ ούστινας ανθρώπους τον τούτων καρπόν αρπάζοντες εσιτέοντο. Ει δε καρπόν μηδένα εύροιεν, οι δε την ποίην την εκ της γης αναφυομένην και των δενδρέων των φλοιόν περιλέποντες και τα φύλλα καταδρέποντες κατήσθιον, ομοίως των τε ημέρων και των αγρίων και έλειπον ουδέν. Ταύτα δε εποίειν υπό λιμού. Επιλαβών δε λοιμός τε τον στρατόν και δυσεντερίη καθ’ οδόν έφθειρε. Τους δε και νοσέοντες αυτών κατέλειπε. Επιτάσσων τήσι πόλισι ίνα εκάστοτε γίνοιτο ελαύνων μελεδαίνειν τε και τρέφειν, εν Θεσσαλίη τε τινάς  και εν Μακεδονίη και εν Σίρη τοις Παιονίης. Ένθα και το ιρόν άρμα καταλιπών του Διός, ότε επί την Ελλάδα ήλαυνε, απιών ουκ απέλαβε, αλλά δόντες οι Παίονες τοίσι Θρήιξι απαιτεόντος Ξέρξεω έφασαν νεμομένας αρπασθήναι υπό των άνω Θρηίκων των περί τας πηγάς του Στρυμόνος οικημένων…».     

Οι Σιροπαίονες, όπως είναι γνωστό, είχαν τον έλεγχο των ορυχείων χρυσού και αργύρου, που βρίσκονταν ανάμεσα στα χωριά Άγκιστρο και Αχλαδοχώρι.  Με τα μέταλλα δε, της αποκαλούμενης και σήμερα με τ’ όνομα αυτό περιοχής, όπου υπήρχε μέχρι το 1940 ομώνυμος οικισμός, οι Σιροπαίονες έκοβαν νομίσματα που έφεραν την επιγραφή ΣΙΡΙΝΩΝ, με την οποία δήλωναν την πρωτεύουσά τους (N.G. Hammond & G.T Griffith  «Ιστορία της Μακεδονίας τομ. Β΄ σελ.99). Οι Οδόμαντες, οι οποίοι ήταν και αυτοί Παίονες που εκμεταλλεύονταν τα ορυχεία χρυσού του Παγγαίου, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή βόρεια της Κερκινίτιδας λίμνης μέχρι την περιοχή του Αγκίστρου, όταν εκτοπίστηκαν από τους Ηδωνούς.

Μετά τον Ηρόδοτο, μνημονεύει την πόλη ο Θεόπομπος στο απόσπασμα 138 του 20ου βιβλίου των Φιλιππικών, το οποίο διασώζει ο Στέφανος Βυζάντιος. Ο ιστορικός και γεωγράφος Τίτος Λίβιος (59 π.Χ- 17 μ.Χ) την ονομάζει Σίρας (στον πληθυντικό αριθμό) και την αναφέρει ως Οδομαντική. Η Σίρρις επίσης αποκαλείται από τους αρχαίους και Σίρρα, Σίραι, Σερραίων πόλις, Σάρρα, αλλά και Φερραί (Μ. Δήμητσα «Αρχαία Γεωγραφία της Μακεδονίας»).  

Το όνομα  το συνδέουν πολλοί με τον αστερισμό του Σίρριου. Αυτός όμως βρίσκεται στο νότιο ημισφαίριο και είναι απίθανο να ήταν γνωστός στην περιοχή με τα μέσα εκείνης της εποχής, αν και στη Θράκη, όπου μέχρι τον 4ο π.Χ αιώνα ανήκε η ανατολικά του Στρυμόνα περιοχή, ήταν ανεπτυγμένη από την προϊστορική ακόμη περίοδο η έρευνα του σύμπαντος. Ο μυθικός φιλόσοφος Ορφέας (13ος αι. π.Χ) υποστήριξε την ηλιοκεντρικότητα του κόσμου, ενώ στους ύμνους των Ορφικών γίνεται λόγος για τους αειφανείς αστερισμούς, τη ζωδιακή ζώνη, τους πλανήτες, την εκλειπτική, τη Σελήνη με τις φάσεις της, το κοσμικό αβγό κλπ.

Είναι γνωστό ότι, όταν το 1453 οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη την ονόμασαν επίσημα «Ισ-τα-μπούλ», επειδή άκουγαν από τους κατοίκους στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους να την αποκαλούν με το δεύτερο συνθετικό της όνομα, όταν έλεγαν θα πάω «εις στην πόλη», πήγα «εις την πόλη» κλπ.  Σίρρα, κατά την αρχαιότητα, ονομάζονταν και το θερμοκήπιο (Εγκυκλ λεξικό Ηλίου). Είναι όμως πιο πιθανό το όνομα Σίρρις, εξ ου και ο πληθυντικός, αι Σέρραι,  να συνδέεται με τους Σίρρους, οι οποίοι ήσαν υπόγειοι χώροι, όπου αποθηκεύονταν και διατηρούνταν επί ένα χρόνο τ’ αγροτικά προϊόντα. Η αγροτική αυτή περιοχή ήταν λογικό να συνδέεται με τον Πελασγό, που έφερε πρώτος τη σιτοκαλλιέργεια στην Ελλάδα, όπως αναφέρει και ο σχετικός μύθος του Στρυμόνα. Σύμφωνα με το μύθο αυτό, ο Πελασγός γιός του Δία και της Νιόβης ήταν αυτός που έφερε τη σιτοκαλλιέργεια στην Ελλάδα. Κατά έναν άλλο μύθο, η Γαία, η οποία προσφωνούνταν και Γαία –μήτηρ, από την οποία προέρχεται και η ονομασία του Παγγαίου (Παν-γαίου),  προς τιμή της οποίας ιδρύθηκαν και τα πρώτα μαντεία, ήταν αυτή που δίδαξε τη σιτοκαλλιέργεια. Από το Γαία-Μήτηρ (Ινδο-ευρωπαϊκό Ντα- μήτηρ και ελληνικό Δα-μήτηρ), επικράτησε και το όνομα Δήμητρα, ως θεά της γεωργίας.

Η επεξεργασία, αλλά και η διατήρηση των αγροτικών προϊόντων και κυρίως των Δημητριακών σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, γίνονταν με πρωτόγονο τρόπο μέσα σε σιρρούς, που δείχνει βέβαια και το προηγμένο επίπεδο γνώσεων και εφαρμογών των κατοίκων. Τον όρο Σιρροί, τον αναφέρουν τόσο ο Ευριπίδης, όσο και ο Δημοσθένης. Ήταν υπόγεια κοιλώματα σε σχήμα πιθαριού σκαμμένοι σε κατάλληλο έδαφος στεγνό και όχι αμμώδες. Πριν από την αποθήκευση των προϊόντων έκαιγαν φρύγανα μέσα, για να ξεραθούν και να στεγανοποιηθούν τα τοιχώματά τους, αλλά να εξέλθει και ο ατμοσφαιρικός αέρας. Ενώ ακόμη διατηρούσαν οι σιρροί κάποια θερμοκρασία, τοποθετούσαν μέσα σ’ αυτούς τα προς διατήρηση αγροτικά προϊόντα και έφραζαν το στόμιο τους με μία πλάκα, την οποία εφάρμοζαν καλά και την επίχριζαν με πηλό ή γύψο. Μ’ αυτό τον τρόπο θανατώνονταν και τα υπάρχοντα επί των κόκκων αυγά των σιτοφάγων εντόμων.

Σε τόπους, όπου το έδαφος ήταν πετρώδες, υγρό ή αμμώδες και ακατάλληλο για το σκάψιμο των λάκκων κατασκεύαζαν, αντί των υπογείων, επιφανειακούς κτιστούς σιρρούς σε σχήμα αγροτικών κλιβάνων (σιλό), οι οποίοι είχαν εκτός από το στόμιο της βάσης και οπή στην κορυφή. Μετά την καύση των φρυγάνων εντός του σιρρού και αφού εισάγονταν το «γέννημα» από την οπή της κορυφής, φράσσονταν και σ’ αυτούς στεγανά το στόμιο με πλάκα και σφραγίζονταν η οπή της κορυφής επαρκώς. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο και οι οχυρωματικοί πύργοι χρησιμοποιούνταν ως σιλό για τη συντήρηση γεωργικών προϊόντων, όταν βέβαια δεν χρησιμοποιούνταν για πολεμικούς σκοπούς.  Η λιμναία περιοχή του ποτ. Στρυμόνα μετά το 1500 π.Χ απέκτησε στρατηγική σημασία λόγω της θέσεως της, διότι βρίσκονταν μεταξύ της Χεττιτικής Ανατολίας και της Μυκηναϊκής Ελλάδας.

                Η Θράκη αποτελούσε μια χρήσιμη ουδέτερη ζώνη για την προστασία των Ελλήνων από άλλους βόρειους λαούς, που είχαν επεκταθεί σε μεγάλες περιοχές ανατολικά, δυτικά και νότια. Οι λαοί αυτοί θα μπορούσαν να έλθουν σε σύγκρουση και με τη ναυτική δύναμη των Μυκηνών, αφού η προσοχή των Μυκηναίων στράφηκε κι’ αυτή προς το βορρά, όταν  ανακάλυψαν τον φυσικό και ορυκτό πλούτο, που υπήρχε στην περιοχή, με παράλληλη αύξηση της πειρατείας στο Αιγαίο, η οποία εμπόδιζε τη ναυσιπλοϊα.
                Κατά το 14ο και 13ο π.Χ αιώνα εγκαθιδρύθηκαν Μυκηναϊκοί οικισμοί σε Θρακικά εδάφη στη νότια Μακεδονία, τη Χαλκιδική, αλλά και σε περιοχές βόρεια της Θεσσαλονίκης, που υποχρέωσαν πιθανόν σε μετανάστευση τους Φρύγες ή Βρύγες από τις περιοχές αυτές προς την Ασία. Ίχνη Φρυγών ή Βρυγών αναφέρει ο N. Hammond έχει εντοπίσει και στην κοιλάδα του Σιδηροκάστρου.   Όστρακα αγγείων, που βρέθηκαν στην κοιλάδα του μέσου Στρυμόνα, στο Ποκρόβνικ, κοντά στην Άνω Τζουμαγιά (Μπλαγκόεβγκραντ), αλλά και αγγεία όστρακα με πυρωστιές, που βρέθηκαν στη νότια Ροδόπη μαρτυρούν επίσης για την πολιτισμική επιρροή στην περιοχή βόρειων λαών. Πολλά, μη ανεσκαμμένα οχυρά στην περιοχή του Κάτω και μέσου ρού του Στρυμόνα, πιθανολογείται ότι κτίστηκαν αυτή την περίοδο, όπως το οχυρό Κράκρα στο Πέρνικ του Άνω Στρυμόνα, αλλά και της Κοττούσας (Σιδηροκάστρου).
Η πολιορκία και η καταστροφή της Τροίας, αποτέλεσε μια πρόσκαιρη Ελληνική νίκη, διότι μετά από αυτήν διαπιστώνεται ότι τα Ελληνικά Βασίλεια αποδυναμώθηκαν σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπόρεσαν έκτοτε να συνέλθουν. Οι Τρώες, που επιβίωσαν, κατοίκησαν για σύντομο χρονικό διάστημα και πάλι την Τροία, αλλά ολόκληρο το βόρειο Αιγαίο, η Προποντίδα και η Μακεδονία πέρασαν υπό τον έλεγχο των Θρακών. Τα μέσα συνεπώς, της δεύτερης π.Χ χιλιετίας, ήταν εποχή ευημερίας, όχι μόνο για το Θρακικά φύλα, αλλά και για τα φύλα της κεντρικής Ευρώπης, της Ανατολίας και της Ανατολικής Μεσογείου.    
Οι Θράκες, ήταν ένα εθνοτικό αμάλγαμα πολλών διαφορετικών φύλων, που αφομοιώθηκαν κατά τη διάρκεια μιας μακρόχονης περιόδου. Η Θράκη μέχρι το Στρυμόνα ποταμό, κατείχε γεωστρατηγική θέση, όπως και σήμερα. Σε περιόδους μεγάλων κλιματολογικών αλλαγών γίνονταν το σταυροδρόμι μεταναστευτικών ρευμάτων τόσο από την Ασία προς την Ευρωπαϊκή Ήπειρο, όσο και από βορρά προς νότο,. Η απουσία δε φυσικών φραγμών και η κοινή κτηνοτροφική οικονομία επέτρεπαν την εύκολη ανάμειξη, ειρηνική ή όχι, με το εντόπιο στοιχείο.
Η τρίτη φάση του ποιμενικού αυτού πολιτισμού ήταν και η πλέον μακρόχρονη, διότι οι οικισμοί κτίζονταν πλέον σε φυσικά οχυρωμένες τοποθεσίες, ενώ οι ποικιλία των ταφικών τελετουργιών, που περιλάμβανε τύμβους και επίπεδους τάφους, μαρτυρά τη μικτή καταγωγή των κατοίκων της κάθε περιοχής. Η ταφική τελετουργία περιελάμβανε τον ενταφιασμό σε συνεσταλμένη θέση μέσα σε λίθινες λάρνακες, που πολλές από αυτές ξανανοίγονταν για μεταγενέστερες ταφές. Κτερίσματα σε τάφους στην περιοχή της Θράκης, τα οποία συνόδευαν τον ενταφιασμό των νεκρών, υποδηλώνουν προμήθειες, για τη μεταθανάτια ζωή και οπωσδήποτε αποτελούσαν μέρος κάποιας τελετουργικής διαδικασίας.

Η περίοδος από το τέλος της τρίτης, μέχρι το πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετίας (1.500 π.Χ), κατά την οποία πρέπει σε κάποια φάση να έλαβε χώρα και η «έλευση των Ελλήνων», όπως εκτιμά ο Robert Drews, έχει φωτιστεί στην Εγγύς Ανατολή, μόνο από την περίοδο που τα «έθνη» αρχίζουν να παίζουν κάποιο ρόλο στην ιστορία. Οι Βάρβαροι, που εμφανίζονται ενίοτε στις γραπτές πηγές, είναι απλά ξένοι, που εγκαθίστανται ειρηνικά σε μια πόλη ή πολιτισμένη χώρα, ενώ παρ’ όλο ότι, συναντώνται και βάρβαροι επιδρομείς δεν μαρτυρούνται μεταναστεύσεις λαών ή μαζικές μετακινήσεις πρωτόγονων λαών.
Από το 1.550 π.Χ μέχρι το τέλος της εποχής του χαλκού και για διάστημα τριών αιώνων, διαπιστώνουν πολλοί ότι, όλη η Εγγύς Ανατολή απολάμβανε μια σχετική σταθερότητα. Από το 13ο π.Χ όμως αιώνα, αρχίζει μια περίοδος αφάνταστων αναταραχών, που μεταξύ των άλλων τα οποία συμβαίνουν στην περιοχή, έχουμε και την εκστρατεία των Μυκηναίων κατά του Βασιλείου της Τροίας. Την περίοδο αυτή, μια νέα εξελιγμένη μορφή μάχης, που την εφαρμόζουν κυρίως οι Παίονες με την είσοδο του ίππου και του άρματος λόγω του πεδινού εδάφους της περιοχής τους, αλλάζει το σκηνικό του πολέμου ανάλογα με την εφαρμοζόμενη τακτική της αρματομαχίας, διαφοροποιώντας έτσι και τους συσχετισμούς ισχύος στα γεωπολιτικά δεδομένα.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου